Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Κώστας Παπαναστασίου: Ο Ελληνας που έκλεψε τις καρδιές των «ψυχρών» Βερολινέζων


Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια συνηθισμένη μέρα στο εστιατόριο "Terzo Mondo" του Κώστα Παπαναστασίου στην περιοχή Σαρλότενμπουργκ του δυτικού Βερολίνου; Την ημέρα που το επισκεφθήκαμε εμείς, ακριβώς μια ημέρα πριν την 25η επέτειο της Πτώσης του Τείχους, στη γκαλερί του χώρου στηνόταν μια έκθεση ζωγραφικής μιας γερμανίδας καλλιτέχνιδας, ενώ στο χώρο προβολής ταινιών προβαλλόταν ένα πολιτικό φιλμ για τη ζωή και το θάνατο, το 1959, του κονγκολέζου πολιτικού Πατρίς Λουμούμπα.

Σε κεντρικό τραπέζι μαζί με τον ιδιοκτήτη καθόταν ένας γερμανός σκηνοθέτης παρέα με έναν έλληνα οικονομολόγο που ζει και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Στην ίδια συντροφιά ήταν ακόμη ένας σημαντικός έλληνας, ένας συγγραφέας κοντά στα ενενήντα, ο οποίος στα δεκάξι του μόλις χρόνια πήρε μέρος στην απόβαση της Νορμανδίας ως μέλος του πληρώματος της ελληνικής κορβέτας "Τομπάζης".

Στη μικρή πίστα του χώρου ο γιός του ιδιοκτήτη με την παρέα του τραγουδούσαν γνωστές κλασικές ελληνικές επιτυχίες που εκείνη τη βραδιά απολάμβαναν θαμώνες από τη Γερμανία, τη Τουρκία, το Ιράν και την Αίγυπτο. Στους τοίχους του εστιατορίου εντυπωσιακές φάνταζαν τόσο η μορφή του "φωτισμένου" βιετναμέζου Χο τσι Μινχ, όσο και η αφίσα από μια κινηματογραφική ταινία που δείχνει τον Κώστα Παναστασίου παρέα με τον συμπρωταγωνιστή του Άντονι Κουίν.


Γιατί ο Κώστας Παπαναστασίου δεν είναι απλά ένας ιδιοκτήτης εστιατορίου, είναι ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα επιτυχημένου έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, αφού εκτός των άλλων, είναι και ηθοποιός και πρωταγωνιστής στην πιο δημοφιλή γερμανική τηλεοπτική σειρά «Lindenstrasse», στην οποία ερμηνεύει τον ρόλο του Έλληνα Παναγιώτη Σαρικάκη. Το σίριαλ προβάλλεται από το 1985 γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία, ενώ θεωρείται ότι έχει συμβάλει αποφασιστικά στο να «κρατηθούν ισορροπίες» κατά τη σύγχυση στις ελληνογερμανικές σχέσεις που επέφερε η οικονομική κρίση. Ο Τύπος του Βερολίνου έχει ασχοληθεί πολλές φορές με τον Κώστα Παπαναστασίου ενώ, ο ίδιος μετράει αρκετές συμμετοχές σε εκπομπές και ρεπορτάζ των μεγάλων γερμανικών καναλιών και ραδιοφωνικών σταθμών. Μάλιστα, η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα του Βερολίνου τον έχει χαρακτηρίσει ως " Έναν αυθεντικό Βερολινέζο", ιδιότητα που για όσους ξέρουν την γερμανική ιδιοσυγκρασία αποτελεί μεγάλη τιμή, για έναν μετανάστη από άλλη χώρα.

"Τρίτος κόσμος"(Terzo mondo) ή τρίτος δρόμος ονομάζεται το στέκι του δημοφιλούς αυτού Έλληνα που φέτος κλείνει 50 χρόνια λειτουργίας. "Από εδώ πέρασαν οι πάντες. Εδώ η Μελίνα τραγούδησε και χόρεψε, εδώ ο Φασμπίντερ εδώ έγραψε πολλά κομμάτια του σεναρίου του για την σειρά «Αλεξάντερ Πλατς».


Εδώ μέσα ήπιαν κρασί και μοιράστηκαν στιγμές μαζί μας πολλοί πνευματικοί άνθρωποι όπως οι Ταρκόφσκι, Μίκης Θεοδωράκης, Ζύλ Ντασέν, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μαρία Φαραντούρη, Δόμνα Σαμίου, Γιώργος Νταλάρας, Αλέκος Παναγούλης, Τίτος Πατρίκιος, Θανάσης Βαλτινός, ο νυν πρόεδρος της δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, αλλά και τόσοι άλλοι Έλληνες, Χιλιανοί, Αφρικανοί, Ρώσοι, Βαλκάνιοι και Ευρωπαίοι καλλιτέχνες.", σχολιάζει ο Κώστας Παπαναστασίου, ο οποίος μεταξύ άλλων δε κρύβει την περηφάνια του και για το ότι έχει συμβάλει και στη διάδοση του ελληνικού τραγουδιού μέσα από σειρά συναυλιών σε φημισμένες αίθουσες του γερμανόφωνου χώρου τις οποίες συνεχίζει ως σήμερα. Ο πολυτάλαντος αυτός άνθρωπος είναι ποιητής, καλλιτέχνης, παίζει μουσική έχει κυκλοφορήσει μάλιστα και δουλειές του στην δισκογραφία και έχει και πολύ ωραία φωνή.

Ο δραστήριος αυτός Έλληνας δεν είναι απλά μια σημαντική μορφή στην κοινωνία του Βερολίνου, αλλά ο ιδιοκτήτης του πιο σημαντικού πόλου έλξης για τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της γερμανικής πρωτεύουσας ,αλλά και του πιο ασφαλούς σημείου επαφής των κάθε λογής αντιστασιακών από τον καιρό της δικτατορίας (όπου όλες οι πολιτικές νεολαίες και τάσεις έβρισκαν σημείο δημοκρατικού διαλόγου και επικοινωνίας) μέχρι σήμερα.

Ο Κώστας Παπαναστασίου ( κατά τον κόσμο Κώστας Κατσούδης, το Παπαναστασίου προέκυψε από τον ιερέα παππού του τον παπα-Αναστάση) έχει ένα σωρό ιστορίες να διηγηθεί από τη μυθιστορηματική ζωή του, αρκεί να έχει χρόνο και διάθεση:" Όλη μου η ζωή είναι τυχαία, τυχαία βρέθηκα στη Γερμανία, τυχαία έγινα ηθοποιός. Είμαι το πέμπτο αγόρι από έξι παιδιά. Πήγα δημοτικό την εποχή όπου αποχωρούσαν τα γερμανικά στρατεύματα από την Ελλάδα και άνοιγαν πάλι τα σχολεία", θυμάται ο ίδιος «ξετυλίγοντας» το κουβάρι των αναμνήσεών του.

"Η απόφαση του αγρότη, αλλά πολύ ανοικτόμυαλου για την εποχή του, πατέρα μου με έδιωξε από το χωριό "Αρτεσιανό" στην περιοχή της Καρδίτσας για την Αυστρία. Ήθελε να σπουδάσω Πολιτικός Μηχανικός και να ζήσω μια καλύτερη ζωή μακριά από την Ελλάδα που εκείνα τα μετεμφυλιακά χρόνια περνούσε δύσκολες στιγμές. Και αυτό γιατί όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, οι επιλογές για ανώτερες σπουδές στη χώρα ήταν περιορισμένες και η προετοιμασία για το ελληνικό πανεπιστήμιο θα κόστιζε πολλά χρήματα στην οικογένειά μου η οποία έκρινε ότι θα ήταν καλύτερο να φύγω. Και έφυγα. Δεν έγινα τελικά Πολιτικός μηχανικός αλλά Αρχιτέκτονας γιατί στην αρχιτεκτονική βρήκα τη δημιουργία, μάλιστα δίδαξα στη Σχολή Καλών Τεχνών του Βερολίνου και έχτισα αρκετά κτίρια μέσα στην πόλη, όπως το παράπλευρο θέατρο που βλέπετε στην άκρη του ίδιου δρόμου που βρίσκεται και το εστιατόριο" ,συμπληρώνει ο ίδιος.

Η αναζήτηση για την υποκριτική Τέχνη δεν ήταν ποτέ μέσα στα σχέδιά του, προέκυψε έπειτα από την διαρκή παρότρυνση των ανθρώπων του περιβάλλοντός του που πιθανώς έβλεπαν σε αυτόν κάτι αναξιοποίητο. " Το ότι έγινα ηθοποιός το οφείλω σε μια από τις πολλές σπιτονοικοκυρές μου. Βλέπετε άλλαζα διαρκώς διαμερίσματα γιατί άλλαζα δουλειές και πόλεις. Κάποια από αυτές που με παρομοίαζε με αρχαίο Έλληνα Θεό, με έγραψε σε μια υποκριτική σχολή ερήμην μου και μου έδωσε στα χέρια το πρόγραμμα. Δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να ακολουθήσω και αυτόν τον δρόμο", λέει ο ίδιος, ο οποίος μετά τη σχολή έπαιξε σε πολλές ταινίες με σημαντικότερες «Η κατάληψη του κάστρου» το 1977, του Μπέρναρντ Βίκι ο οποίος σκηνοθέτησε αργότερα ταινίες όπως το «Παρίσι – Τέξας», «Το χτύπημα του σκορπιού» με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ, «Milo - Milo» του Νίκου Περάκη, «Shots» του Άλτερ Μάν, “Kobay” σε μουσική Ζουφλί Λιβανελί κ.α.

Ο Κώστας Παπαναστασίου έζησε μέσα στο Terzo Mondo μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας, τον Μάη του '68, τον πόλεμο του Βιετνάμ, την ολοκληρωτική πτώση του ανατολικού μπλοκ. Το εστιατόριο που ξεκίνησε ως στέκι αντιφρονούντων φοιτητών πέρασε το 1972 από τα Ιταλικά χέρια στα δικά του και εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό χαρακτήρα και ταυτότητα. Από εκεί ξεκίνησαν κάποια στιγμή και οι γέφυρες βοήθειας της Γεωργίας με ιατροφαρμακευτικό υλικό φτιάχνοντας ειδικά τμήματα σε κλινικές της χώρας αυτής και σχεδιάζοντας παραγωγές ανταλλαγής πολιτιστικών έργων και εκδηλώσεων μεταξύ Γεωργίας ,Ελλάδας και Γερμανίας.

Από τον ίδιο χώρο ο σημαντικός αυτός Έλληνας προσπάθησε να μην περάσει το κλίμα που καλλιεργούσε στη Γερμανία ο κίτρινος Τύπος εναντίον των Ελλήνων. Συμμετείχε σε καμπάνιες που διεξάγονταν στο μετρό, μιλούσε σε εκατομμύρια ανθρώπους καθημερινά, αλλά και σε εγκυρότατα έντυπα που είχαν τεράστια απήχηση. Θεωρούσε πολύ σημαντικό να μην κινδυνεύσει η ισχυρή ελληνογερμανική φιλία, η οποία οικοδομήθηκε με τόσο κόπο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. "Εγώ συνεχίζω να αγωνίζομαι για την Ελλάδα και πιστεύω ότι η κρίση δεν ήταν ελληνική, αλλά παγκόσμια. Σήμερα μπορώ να πω ότι η αμφισβήτηση εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά ολοένα αυξάνονται οι Γερμανοί οι οποίοι στέκονται δίπλα μας. Σιγά-σιγά η ιστορία βρίσκει τον δρόμο της.». 
Ο Κώστας Παπαναστασίου δε μπήκε ποτέ στο δίλλημα να απαντήσει στο αν τελικά είναι Βερολινέζος ή Έλληνας, γιατί είναι αυτονόητο. Αναγνωρίζει αυτά που του πρόσφερε η πόλη, τη δυνατότητα να αναπτύξει τις ιδέες και τις απόψεις του, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ την "Ιθάκη" του. " Είναι φρικτό πράγμα η ξενιτιά, εγκατέλειψα 2-3 φορές τις σπουδές μου για να βοηθήσω την Ελλάδα, για να φτιάξουμε εδώ κοινότητες και να βοηθήσουμε τους Έλληνες που κατέφθαναν να βρουν δουλειά και δεν ήξεραν τη γλώσσα. Έκανα πέντε χρόνια να γυρίσω στην Ελλάδα την πρώτη φορά που έφυγα, όμως δε επέστρεψα ποτέ οριστικά. Έφτιαχνα τις βαλίτσες και ποτέ δεν έπαιρνα τον δρόμο της επιστροφής. Είχε αλλάξει και το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα. Ωστόσο ερχόμουν κατά διαστήματα. Τώρα πια δεν έχω κανέναν πίσω για να γυρίσω.", συμπληρώνει.

Ο Κώστας Παπαναστασίου στεναχωριέται που η πατρίδα του δεν τον έχει αναγνωρίσει, μάλιστα μιλάει με παράπονο για τηλεοπτικές δουλειές που γυρίστηκαν στην Ελλάδα και δεν προβλήθηκαν ποτέ. Αν του κάνει κάποιος την ερώτηση αν θα άλλαζε κάτι στη ζωή του σε περίπτωση που την ξανάρχιζε, θα του πει ότι δεν έχει μετανιώσει για τίποτε, αλλά θα γινόταν πιο επιφυλακτικός με τους ανθρώπους που κατά καιρούς τον κορόιδεψαν και πλήγωσαν.

Αν τον ρωτήσει κάποιος τι τίτλο θα έβαζε στη ζωή του αν ποτέ γινόταν ταινία, και σε αυτό θα είναι κατηγορηματικός και θα του απαντήσει χωρίς δεύτερη σκέψη: " Πάντα η Ελλάδα με πληγώνει και πανταχού με μαχαιρώνει…"

Βάσω Μιχοπούλου





1 σχόλιο:

  1. Ωραίο το άρθρο πολύ αξιολογο.Γνωριζω προσωπικά τον Κ.Παπαναστασιου.Ομως ας μην τα ισοπεδώνουμε όλα,όσων αφορά τη φράση: (Ψυχροί Βερολεζοι)Μιας και ζούμε σε αυτή την πολη...Ας κατέβουμε λίγο από το καλάμι της υπεροψίαςεπιτελους ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή