Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Άμβυξ: Η ασύλληπτη επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Ρεβάχ

Πριν από λίγους μήνες η εταιρεία "Άμβυξ", η μεγαλύτερη εταιρεία εισαγωγής και διανομής αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα, υποδέχθηκε στο Μουσείο της Ακρόπολης δεκάδες προσκεκλημένους από τον πολιτικό, τον επιχειρηματικό και το δημοσιογραφικό κόσμο, καθώς και συνεργάτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, προκειμένου να εορτάσει την επέτειο των 100 ετών δραστηριότητάς της.

Πρόκειται για μια από τις λίγες επιχειρήσεις στην Ελλάδα που μετρούν εκατό χρόνια ζωής, έχοντας στο τιμόνι τους απογόνους του ιδρυτή της. Ακόμη πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι το γεγονός ότι ούτε μια χρονιά, έστω και εάν το θετικό αποτέλεσμα ήταν οριακό, δεν εμφάνισε ζημιές και ακόμη περισσότερο ότι έχει υιοθετήσει μια πάγια πολιτική profit sharing με τους εργαζομένους της, μοιράζοντας το 15% των κερδών της στο προσωπικό της.

Όπως, μάλιστα, ανέφερε ο κ. Ισίδωρος Ρεβάχ, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της εταιρείας που έλαβε το όνομα της από την αρχαία ελληνική λέξη (σ.σ. άμβυξ, άμβυκας: το τμήμα του αποστακτήρα με το χαρακτηριστικό καμπυλόμορφο σχήμα), στο πλαίσιο πρόσφατης ενημερωτικής συνάντησης, πρόκειται για μια πρακτική που καθιερώθηκε από τα πρώτα χρόνια της εταιρείας και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το ταξίδι στο Epernay

Μέχρι σήμερα διατηρούνται και οι δεσμοί της "Άμβυξ" με τη Moet & Chanton, δεσμοί που ξεκίνησαν όταν ένας ορφανός νέος 17 ετών, τόλμησε και πέτυχε να λάβει την έγκριση για τη διανομή των προϊόντων του γαλλικού οίκου στη Θεσσαλονίκη, εμπορικού κόμβου από την εποχή εκείνη για τις βόρειες περιοχές της χώρας και των Βαλκανίων. Εκατό χρόνια μετά, ο Ισίδωρος Ρεβάχ, γιος του Αλβέρτου Ρεβάχ, του νεαρού επιχειρηματία που έκλεισε εκείνη τη "συμφωνία κυρίων” με τη Moet & Chanton, συνεχίζει να κρατά τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης.

Ξετυλίγοντας το νήμα του χρόνου

Σπάνια μια εταιρεία συνδέεται τόσο στενά με την ιστορία των ανθρώπων της. Μιας ιστορίας που ξεκινά το 1917, όταν ο Αλβέρτος Ρεβάχ, μαζί με δύο συνεργάτες του, ιδρύουν μια μικρή εμπορική και εισαγωγική εταιρεία στη Θεσσαλονίκη, την τότε εμπορική πρωτεύουσα της Ελλάδας. Εισάγουν και εμπορεύονται διάφορα τρόφιμα, οινοπνευματώδη ποτά και κρασιά από ολόκληρη την Ευρώπη. Διανέμουν επίσης επώνυμες ελληνικές μάρκες τροφίμων και ποτών της εποχής, ως αντιπρόσωποι Βορείου Ελλάδος.

Αυτό που ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως ο πατέρας του Αλβέτρου Ρεβάχ έχασε το 1912 τη ζωή του, ως υπεύθυνος ελέγχου της γραμμής Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης για λογαριασμό της Εταιρείας Οθωμανικών Σιδηροδρόμων, λόγω έκρηξης μιας βόμβας που είχε ως στόχο τον Πασά Χασάν Ταχσίν. Ως ένδειξη αναγνώρισης της απώλειας, ο Πασάς προσέφερε την υψηλότερη τότε σύνταξη της Αυτοκρατορίας στη χήρα Ρεβάχ. Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1912, η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται από τον Ελληνικό Στρατό, ενώνεται με την υπόλοιπη χώρα... και η σύνταξη αποτελεί παρελθόν.

Το βάρος πέφτει στα ανήλικα παιδιά της οικογένειας, αρχικά στον πρωτότοκο Ιωσήφ και μετά στον Αλβέρτο. Η συνεργασία με τη Moet & Chanton ήταν η πρώτη επιτυχημένη εμπορική κίνηση της νέας επιχείρησης. Ακολουθούν οι αντιπροσωπεύσεις δημοφιλών προϊόντων, όπως το απεριτίφ Campari, το ανθρακούχο νερό Perrier, το Cointreau, το Benedictine, καθώς και τα μπισκότα Παπαδοπούλου και το μεταλλικό νερό Σάριζα.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή φέρνουν το τέλος κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας του Εβραϊκού, και όχι μόνο, πληθυσμού στη Θεσσαλονίκη και ανακόπτουν την αναπτυξιακή πορεία της εταιρείας. Τα γεγονότα είναι δραματικά, σχεδόν ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα της πόλης εξολοθρεύεται και η εταιρεία κλείνει. Ο Αλβέρτος Ρεβάχ αναζητά καταφύγιο στην Αθήνα. Το προσφέρει η οικογένεια Σερπιέρι, τότε ιδιοκτήτες αμπελουργικών εκτάσεων και των Μεταλλείων Λαυρίου, η οποία βοηθάει να λάβει την Ιταλική υπηκοότητα. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας οδηγείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δραπετεύει, επιστρέφει στην Αθήνα και δέχεται την βοήθεια και προστασία της οικογένειας Παπαδοπούλου, της γνωστής μπισκοτοβιομηχανίας.

Μετά το τέλος του πολέμου, το 1946, ο Αλβέρτος Ρεβάχ ξαναρχίζει την εταιρεία με έδρα την Αθήνα αυτή τη φορά, μόνος του, έχοντας χάσει τον συνεταίρο του και σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποκαθιστώντας σταδιακά πολλές από τις παλαιές συνεργασίες. Η ανάκαμψη της χώρας λειτουργεί καταλυτικά και η ανάκαμψη είναι γεγονός. Το 1967, όμως, ο Αλβέρτος Ρεβάχ χάνει την πολυετή μάχη με τον διαβήτη. Μετά τον θάνατό του, ο μοναχογιός του, Ισίδωρος Ρεβάχ, κληρονομεί την επιχείρηση σε ηλικία μόλις 21 ετών. Ο Ισίδωρος, αναγνωρίζοντας ότι το νεαρό της ηλικίας του δεν του επιτρέπει να χτίσει νέες συνεργασίες, ζητά από τον ξάδερφό του, Μωυσή Ναχμία –ήδη επιτυχημένο επιχειρηματία σε άλλον κλάδο– να συνεργαστούν. Μαζί, αποφασίζουν ότι η εταιρεία πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην αγορά οίνων και ποτών, και εγκαταλείπουν τη διανομή τροφίμων.

Με το πέρασμα του χρόνου, η εταιρεία ενισχύει το χαρτοφυλάκιο της εισάγοντας ολοένα και περισσότερες μάρκες στην ελληνική αγορά. Το 1976 ξεκινά μια νέα εποχή, η εταιρεία μετονομάζεται ΑΜΒΥΞ, αποκτά τη νομική μορφή της ανώνυμου εταιρείας (Α.Ε.) και εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο νέα ονόματα.

Η δεκαετία της ανάπτυξης

Η είσοδος της Ελλάδας στην Κοινή Αγορά το 1981 σήμανε το τέλος των υψηλών φόρων εισαγωγής και τελωνειακών δασμών, εξέλιξη που απογείωσε την Άμβυξ. Το 1984 αποτελεί έτος-σταθμό για την εταιρεία, καθώς τότε ξεκινά τη διανομή της μάρκας Perrier στην ελληνική αγορά. Στα χρόνια που ακολουθούν, το προϊόν γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές στην ελληνική αγορά. Μέχρι και το 1999, χρονιά που η Άμβυξ σταματά τη διανομή του, λόγω εξαγοράς της Μάρκας από την Nestlé, το Perrier έχει γίνει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης στην αγορά του ανθρακούχου μεταλλικού νερού στην Ελλάδα.

Μερικά χρόνια μετά, το 1989, η Άμβυξ λανσάρει για πρώτη φορά στην Ελλάδα δύο νέα προϊόντα: τη βότκα Absolut και την μπύρα Bud, μάρκες τις προοπτικές των οποίες πίστεψε ο Ισίδωρος Ρεβάχ έπειτα από ταξίδια του στης ΗΠΑ. Η Absolut γίνεται ο βασικός μοχλός ανάπτυξης της εταιρείας για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι το 2009, όταν η Absolut πουλήθηκε στην Pernod-Ricard, οδηγώντας στη διακοπή της συνεργασίας και στην απώλεια του 32% του τζίρου της εταιρείας την περίοδο εκείνη...

Ακολουθεί το 1995 ένα νέο σημαντικό συμβόλαιο με την Jim Beam, για την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της, η ένταξη στο χαρτοφυλάκιο των Grant’s και Glenfiddich και το 1999, σε συνεργασία με την Campari International (συνεργάτη της από το 1917), η Άμβυξ ξεκινά να διανέμει στην ελληνική αγορά το Ούζο 12, έχοντας εξαγοράσει από κοινού με την Campari το προϊόν από τον προηγούμενο πολυεθνικό ιδιοκτήτη του. To 2010 εγκαινιάζεται το Τμήμα Οίνου, η "ΑΜΒΥΞ Εnothèque”, και εντάσσει στο χαρτοφυλάκιο της τα Κτήματα Άλφα, Αργυρού και Τσέλεπου.

Από το 2012 έως το 2016, η Άμβυξ σημείωσε 60% αύξηση στον κύκλο των εργασιών της και διπλασίασε το μερίδιο αγοράς της, σε αντίθεση με την πτωτική πορεία του κλάδου, ενισχύοντας παράλληλα το ανθρώπινο δυναμικό της κατά 20%.

Στις αρχές του 2016, η εταιρεία ανακοίνωσε συμφωνία με την Bacardi, τη μεγαλύτερη ιδιόκτητη εταιρεία οινοπνευματωδών στον κόσμο, για την ανάληψη της διανομής, εμπορίας και μάρκετινγκ του συνολικού χαρτοφυλακίου premium και super premium των προϊόντων της Bacardi στην Ελληνική αγορά.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, ο Ισίδωρος Ρεβάχ, επικεφαλής της Άμβυξ ανέφερε ότι το χαρτοφυλάκιο της Bacardi θα αυξήσει τον τζίρο της εταιρείας στα 60 εκατ. ευρώ, προ ειδικών φόρων κατανάλωσης, περίπου, δίνοντας 23% συνολικό μερίδιο αγοράς στα εισαγόμενα προϊόντα στον κλάδο των αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα.

Έτσι, ανέφερε, η Άμβυξ γίνεται μακράν η μεγαλύτερη αμιγώς ελληνική εταιρία διανομής αλκοολούχων ποτών στη χώρα και η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρία διανομής εισαγόμενων αλκοολούχων ποτών κατ’ όγκο.

Ο στόχος της 3ετίας

Με πρόκριμα τη συμφωνία αυτή και με τον κ. Γιάννη Αρτινό (πρώην αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του MIG Group, διευθύνων σύμβουλος και εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Vivartia) στο διοικητικό σχήμα, η εταιρεία ήδη επενδύει σε νέες και υπάρχουσες συνεργασίες ενισχύοντας το χαρτοφυλάκιο, με στόχο στα επόμενα 3 χρόνια να είναι η Νο1 εταιρία του κλάδου των ποτών στην Ελλάδα, περνώντας μπροστά από την Diageo.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου