Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Η ελληνική επιχειρηματική εκστρατεία στην Περσία


Πεδίον δόξης λαμπρόν μπορεί να αποδειχθεί το Ιράν για τις ελληνικές επιχειρήσεις που θα αναλάβουν το ρίσκο που συνεπάγεται η είσοδος στη συγκεκριμένη αγορά. Αλλωστε, οι πρώτες συμφωνίες της Τεχεράνης με μεγάλες πολυεθνικές, όπως η Airbus, δίνει σήμα πως η άρση των κυρώσεων, προ ολίγων ημερών, δεν θα αποδειχθεί ούτε προσωρινή ούτε άνευ μεγάλων ευκαιριών.

Η επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού, πιθανότατα στις αρχές Φεβρουαρίου, στην Τεχεράνη, μάλλον θα συνοδευτεί και από την ανακοίνωση της πρώτης μεγάλης ελληνοϊρανικής συμφωνίας με αντικείμενο την ενέργεια και βραχίονα τα Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΛΠΕ). Ωστόσο, και άλλες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ήδη πραγματοποιήσει εκτενείς επαφές με αντίστοιχες ιρανικές και βρίσκονται σε θέση να προχωρήσουν άμεσα σε συμφωνίες.

Τις εξελίξεις διευκολύνει η απευθείας αεροπορική σύνδεση Αθήνας - Τεχεράνης στην οποία προχώρησε πέρυσι το καλοκαίρι η Aegean. Πληροφορίες, λοιπόν, θέλουν προ των πυλών σημαντικές συμφωνίες από ελληνικές φαρμακευτικές, όπως η ELPEN, η Demo και η Vianex, αλλά και βιομηχανίες, όπως η Σωληνουργία Κορίνθου και τα Ελληνικά Καλώδια. Οι δύο τελευταίες επιχειρήσεις του ομίλου Στασινόπουλου, έχουν πραγματοποιήσει σειρά επαφών με ομολόγους τους στο Ιράν όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ». Υπενθυμίζεται πως και η «ομόσταβλη» ΕΛΒΑΛ έχει δραστηριοποιηθεί εκεί.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι πολυετείς διεθνείς οικονομικές κυρώσεις σε βάρος του Ιράν, είχαν σαν αποτέλεσμα να απαρχαιωθούν υποδομές και τώρα η ζήτηση για εξοπλισμό και προϊόντα ενδιαφέροντος ελληνικών και άλλων εταιρειών να είναι μεγάλη. Επίσης, μεγάλη είναι και η ζήτηση για υπηρεσίες ελληνικών κατασκευαστικών αλλά και τσιμεντοβιομηχανιών. Οσον αφορά τις πρώτες, οι παλαιότεροι σημειώνουν από τη μία πλευρά την μεγάλη εξοικείωση των ελληνικών ομίλων με τις αγορές του αραβικού κόσμου, αλλά από την άλλη και την τραυματική εμπειρία από την προ δεκαετιών κατάρρευση της «Σκαπανέας», εξαιτίας της ιρανικής επανάστασης και των επιπτώσεών της.

Ωστόσο, η ανάγκη υλοποίησης ενός εκτενούς προγράμματος αναβάθμισης ή εξαρχής δημιουργίας υποδομών, που δρομολογεί η Τεχεράνη, γεννά ευκαιρίες που είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Πόσω μάλλον που η άρση των κυρώσεων ξεπαγώνει κρατικούς λογαριασμούς ύψους 100 δισ. δολ. που είχαν δεσμευθεί εξαιτίας της αντιπαράθεσης με τη διεθνή κοινότητα για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Εάν στα ποσά αυτά συμπεριληφθούν τα επιπλέον έσοδα από την αύξηση των εξαγωγών αργού πετρελαίου, που ήδη αποφάσισε η Τεχεράνη, γίνεται αντιληπτή η ύπαρξη ρευστότητας ικανής να χρηματοδοτήσει ένα πρόγραμμα επενδύσεων που ισοδυναμεί με de facto ανοικοδόμηση.

Ηδη η χώρα απηύθυνε πρόσκληση για συμμετοχή ξένων ομίλων στον εκσυγχρονισμό των λιμανιών της, ενώ βρίσκεται ήδη εδώ και μήνες σε συζητήσεις με Ελληνες και όχι μόνον εφοπλιστές για τη μεγέθυνση και εκσυγχρονισμό του στόλου της. Στον νέο επιχειρηματικό χάρτη που σχεδιάζεται στη χώρα των περίπου 75 εκατομμυρίων κατοίκων, στην πλειοψηφία τους νέων, αντιμετωπίζεται ως δεδομένη και η παρουσία ελληνικών τσιμεντοβιομηχανιών. Η Lafarge, μητρική της ΑΓΕΤ Ηρακλής, δρομολογεί την κατασκευή εργοστασίου στην Τεχεράνη, ενώ η Τιτάν αναμένεται να επιχειρήσει να τροφοδοτήσει την ιρανική αγορά από τη μονάδα της στην Αίγυπτο.


Απόβαση επιχειρηματιών

Την Τεχεράνη, όμως, τους τελευταίους μήνες έχουν επισκεφτεί και Ελληνες κτηματομεσίτες, δικηγόροι αλλά και τουριστικοί παράγοντες, στελέχη νοσοκομειακών ομίλων, σύμβουλοι επιχειρήσεων και στελέχη εταιρειών τεχνολογίας όπως και εκπρόσωποι από ελληνικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται στην αφαλάτωση (Sychem) αλλά και τον μηχανολογικό εξοπλισμό ιχθυοκαλλιεργειών. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων επίσης έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της κλιμακούμενης ελληνικής δραστηριότητας του τελευταίου διαστήματος.

Η Τεχεράνη προτάσσει τη συνεργασία στον ενεργειακό τομέα τόσο των εξαγωγών αργού όσο και της δυνατότητας εμπορίας πετρελαιοειδών, προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, που μπορεί να διυλίζονται και στην Ελλάδα.

Πρώτη η ναυτιλία στη λίστα συνεργασιών

Πουθενά δεν είναι πιο μεγάλες οι πιθανότητες άμεσης ελληνοϊρανικής επιχειρηματικής συνεργασίας από ό,τι στην ποντοπόρο ναυτιλία. Η Τεχεράνη, μέσω των δυο κύριων ναυτιλιακών βραχιόνων της, της Islamic Republic of Iran Shipping Lines (IRISL Group) και της NITC (National Iranian Tanker Company), που δραστηριοποιούνται στα εμπορευματοκιβώτια και τα δεξαμενόπλοια αντίστοιχα, αναζητεί εταίρους για δικά τους ναυλοσύμφωνα. Ελληνες εφοπλιστές έχουν πραγματοποιήσει αλλεπάλληλες επαφές ήδη με εκπροσώπους της ιρανικής πλευράς.

Εκπρόσωποι ελληνικών ναυτιλιακών επισκέπτονται άλλωστε και αυτές τις μέρες την Τεχεράνη προσκεκλημένοι σε εκδήλωση της NITC για τα 60 χρόνια από την ίδρυσή της. Το Ιράν θέλει να μεγαλώσει και να εκσυγχρονίσει τον στόλο του. Τόσο των δεξαμενοπλοίων όσο και των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Αναζητεί όμως προμηθευτές μεταφορικής δυναμικότητας που θα αναλάβουν τα εγχείρημα, συμμετέχοντας με ίδια κεφάλαια και οι οποίοι θα αναλάβουν και τη διαχείρισή τους.

Σε αντάλλαγμα θα προικοδοτήσει αυτά τα πλοία με μακροχρόνια ναυλοσύμφωνα ικανά να προσελκύσουν την απαραίτητη χρηματοδότηση και να κάνουν τις επενδύσεις αυτές οικονομικά βιώσιμες. Και αυτή η χρηματοδότηση εμφανίστηκε ήδη πριν από λίγες μέρες, υπό τη μορφή της δέσμευσης του Πεκίνου -που αγοράζει το μεγαλύτερο ποσοστό του ιρανικού πετρελαίου- να χρηματοδοτήσει τέτοια ναυπηγικά προγράμματα με κεφάλαια της τάξης των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ετσι η Κίνα θα ενισχύσει και τη ναυπηγική της βιομηχανία, αφού αναμένεται το κτίσιμο των πλοίων εκεί να είναι προαπαιτούμενο των σχετικών χρηματοδοτήσεων. «Ουδείς καταλληλότερος των Ελλήνων εφοπλιστών για ένα τέτοιο άνοιγμα» λένε οι διεθνείς αναλυτές. Επιπλέον και το ίδιο το Ιράν αλλά και πολλές τράπεζες από την Ασία εν γένει εμφανίζονται θετικά στη χρηματοδότηση του φιλόδοξου αυτού ναυπηγικού προγράμματος υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από αξιόπιστους και έμπειρους διαχειριστές και συνεταίρους.

Οι άριστες σχέσεις που διαθέτει ο ελληνικός εφοπλισμός με το αμερικανικό πλαίσιο λειτουργίας των θαλάσσιων μεταφορών, όπως και το μεγάλο του διεθνές εκτόπισμα τον καθιστούν προτιμητέο εταίρο για την Τεχεράνη, σημειώνουν διπλωματικές πηγές.

Οσον αφορά τα δεξαμενόπλοια, οι Ελληνες έχουν τον μεγαλύτερο στόλο διεθνώς και τον μεγαλύτερο στον επιμέρους τομέα των πολύ μεγάλων δεξαμενοπλοίων ή VLCC. Ελέγχουν συνολικά 172 τέτοια τάνκερ έναντι 37 των Ιρανών που είναι ενδέκατοι στην παγκόσμια κατάταξη.

Ολα αυτά τα ιρανικά πλοία, που αποτελούν το βασικό μέσο εξαγωγών αργού, ελέγχονται από την NITC σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η VesselsValue.com για την «K». Οσον αφορά τις ανησυχίες της ναυλαγοράς για τις επιπτώσεις στην προσφορά τονάζ από την είσοδο των ιρανικών δεξαμενόπλοιων στο διεθνές εμπόριο, επενδυτικοί τραπεζίτες εξηγούν ότι η αύξηση των εξαγώνων από τη χώρα -που ήδη έφτασε τα επιπλέον 500 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως και αναμένεται να αγγίξει το 1 εκατομμύριο σε ορίζοντα έτους- υπερκαλύπτει το τονάζ που θα μπει στην αγορά. Πρόκειται γα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως πλωτοί αποθηκευτικοί χώροι.

Νεότερα πλοία

Ομως η Τεχεράνη χρειάζεται νεότερα και καλύτερα πλοία για να μπορέσει να πιάσει τους στόχους της αλλά και να συμμορφωθεί με τους νέους κανόνες διεθνώς και ειδικά σε απαιτητικές ρυθμιστικά περιφέρειες. Το αυτό ισχύει και για τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Ο στόλος τέτοιων πλοίων της IRISL Group εκτιμάται ότι δεν επαρκεί, έχει μεγάλο μέσο όρο ηλικίας και δεν είναι ανταγωνιστικός. Ετσι ο Mohammad Saeidi, πρόεδρος του ναυτιλιακού αυτού ομίλου (και πρώην αντιπρόεδρος του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν) από το φθινόπωρο συζήτησε με Ελληνες και άλλους εφοπλιστές το σχέδιο για την από κοινού ναυπήγηση και τέτοιων πλοίων.

Επαφές έγιναν μάλιστα τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κύπρο αλλά και τη Δανία, της οποίας η κυρίαρχη ναυτιλιακή Maersk δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτές τις συζητήσεις, ο Mohammad Saeidi ενδιαφέρεται όχι μόνον για πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και δεξαμενόπλοια μεταφοράς αργού αλλά και για τάνκερ μεταφοράς υγροποιημένου αερίου και για φορτηγά.

Όμως, αυξημένο ενδιαφέρον υπάρχει και για αγορά ακινήτων (κατοικιών) από μερίδα της ανώτερης οικονομικής τάξης του Ιράν και για τον τουρισμό.

Οι αρμόδιες διευθύνσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών κατονομάζουν επίσης ως πεδίο δυνητικής ανάπτυξης της οικονομικής συνεργασίας κλάδους όπως ο ιατρικός εξοπλισμός, τα καλλυντικά, τους εξοπλισμούς, μηχανήματα και τεχνολογίες επεξεργασίας και συσκευασίας τροφίμων, τον αγροτικό εξοπλισμό και μηχανήματα, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη διαχείριση απορριμμάτων.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου