Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Το εμπόδιο της γερμανικής γλώσσας


Υπάρχει πληθώρα ανεκδότων για τη γερμανική γλώσσα με προεξάρχοντα εκφραστή τους τον Μαρκ Τουέν. Εκείνος, ο οποίος συμπυκνώνει το όλο κλίμα είναι ο Ρίτσαρντ Πόσον, μελετητής της αγγλικής γλώσσας, ο οποίος έζησε τον 18ο αιώνα: «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να μάθει κανείς γερμανικά». Σήμερα η γλώσσα αυτή αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από μία πηγή ανεκδότων, σε μία χώρα η οποία χρειάζεται απεγνωσμένα εργαζόμενους. Συνιστά ένα σημαντικό εμπόδιο, το οποίο αποτρέπει τις γερμανικές εταιρείες να εκμεταλλευθούν την εισροή ανθρώπων από τη Μέση Ανατολή, καθώς και τις ευρωπαϊκές χώρες. Το 2014 η χώρα κατέστη ο δεύτερος δημοφιλέστερος προορισμός για μόνιμη εγκατάσταση, αφήνοντας πίσω τον Καναδά και τη Βρετανία. Η δεινή οικονομική κατάσταση σε άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε., όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, οδηγούν τους κατοίκους τους να αναζητούν εργασία στη Γερμανία, ενώ οι τεράστιοι αριθμοί μεταναστών από χώρες που βρίσκονται σε πόλεμο, δείχνουν ότι οι ροές δεν θα ανακοπούν.

Παρά ταύτα, περισσότεροι από το 30% των εργοδοτών που συμμετείχαν σε έρευνα του ΟΟΣΑ το 2013, είπαν ότι δεν αναζητούν ξένους για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας λόγω πιθανής άγνοιας της γερμανικής γλώσσας. Η γλωσσική επάρκεια είναι και νομική και πολιτισμική προδιαγραφή: ενώ οι εργαζόμενοι στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν χρειάζονται βίζα για εργασία στη Γερμανία, συχνά πρέπει να γνωρίζουν τη γλώσσα, ώστε να υπερβούν τις γραφειοκρατικές δυσκολίες, όπως οι εξετάσεις πιστοποίησης, καθώς και να προσαρμοστούν στον χώρο εργασίας τους. «Πολλοί μετανάστες με τις αναγκαίες δεξιότητες θέλουν να εργαστούν στη Γερμανία, αλλά υπάρχουν πολλά εμπόδια, όπως η γλώσσα», ανέφερε προ διετίας σε συνέδριο στο Βερολίνο ο Ιβ Λετέρν, αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ. Μπορεί κανείς να ενοχοποιήσει την αποικιοκρατία των Βρετανών ή την αμερικανική ποπ κουλτούρα, αλλά η γλώσσα μέχρι στιγμής δεν συνιστά εμπόδιο σε ιστορικά μεταναστευτικούς προορισμούς, όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Βρετανία.

Σε κλάδους της γερμανικής οικονομίας η αγγλική γλώσσα είναι η γλώσσα επικοινωνίας, όπως η υψηλή τεχνολογία. Αντιθέτως, στις μεσαίες επιχειρήσεις οι δραστηριότητες διεκπεραιώνονται με εργαλείο τα γερμανικά. Δεδομένου, όμως, ότι σταδιακά η Γερμανία υπερσκελίζει τις αγγλόφωνες χώρες ως επιλογή των μεταναστών, αλλάζει και η συμπεριφορά. Με τη γήρανση του πληθυσμού και τις χαμηλές γεννήσεις, οι μεσαίες επιχειρήσεις, οι θεωρούμενες κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, βλέπουν τον όγκο των ξένων εργατών ως δυνητικό μοχλό στήριξης της οικονομίας. Σήμερα η κατασκευαστική εταιρεία Josef Hebel προσλαμβάνει μη γερμανόφωνους εργάτες από όλον τον κόσμο για εργασία, ενώ παλαιότερα προσλάμβανε Γερμανούς. Στους νεοπροσληφθέντες η εταιρεία προσφέρει μαθήματα γερμανικών. Μετά ένα χρόνο οι ξένοι εργαζόμενοι συνεννοούνται καλά στα εργοτάξια και εκτελούν αποτελεσματικά την εργασία τους, αλλά όχι σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να ολοκληρώνουν με επιτυχία τις εξετάσεις πιστοποίησης και να μπορούν να αποκτούν μόνιμες άδειες παραμονής.

Μία μεγάλη αναθεώρηση της μεταναστευτικής πολιτικής το 2005 οδήγησε όχι μόνο στη χαλάρωση των περιορισμών για όσους ξένους αναζητούν εργασία στη Γερμανία, αλλά και στο να παρέχονται δωρεάν μαθήματα γερμανικών αλλά και μαθήματα κοινωνικής ένταξης. Σημειωτέον πως τα μέτρα που λαμβάνει σήμερα η γερμανική κυβέρνηση για το καλωσόρισμα των μεταναστών έρχονται να αποκαταστήσουν σφάλματα της δεκαετίας του 1950 και του 1960, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Ερευνας και Διαπολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Οσνεμπρικ. Τότε η Γερμανία δεν επένδυσε σε γλωσσομάθεια και ένταξη, επειδή δεν πίστευε ότι οι μετανάστες από την Τουρκία και τις άλλες χώρες θα παρέμεναν εκεί. Συν τοις άλλοις, οι εργασίες που διεκπεραίωναν, δεν απαιτούσαν παρά τη στοιχειώδη γνώση της γερμανικής γλώσσας.



RENUKA RAYASAM/REUTERS, από ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου