Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Μινέρβα: 111 χρονών και συνεχίζει


Πως η Μινέρβα κατάφερε να είναι μία από τις ελάχιστες ελληνικές βιομηχανίες που πέρασε στο κλαμπ των υπεραιωνόβιων

«Έχουμε επιβιώσει δύο παγκόσμιους πολέμους, εμφύλιο, τρεις τουλάχιστον χρεωκοπίες στην Ελλάδα, παγκόσμια και πετρελαϊκή κρίση, τώρα είναι τα δύσκολα;». Με αυτό τον τρόπο προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για την κατάσταση στην Ελλάδα στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων ο απερχόμενος Διευθύνων Σύμβουλος της Μινέρβα, Γιάννης Μπούρας, στην συνέντευξη Τύπου που έγινε στα τέλη Ιουνίου με αφορμή την συμπλήρωση 111 χρόνων δραστηριότητας της ελαιουργίας.

Από εκείνη την ημέρα πολλά άλλαξαν: λίγες ώρες αργότερα ο πρώην πρωθυπουργός ανήγγειλε την διενέργεια δημοψηφίσματος, οι Έλληνες γνώρισαν στην πράξη τι θα πει capital control, o Γιάννης Μπούρας έφυγε από την Μινέρβα για να αναλάβει στην Τζακάρτα υπεύθυνος Νοτιοανατολικής Ευρώπης για την μητρική της ελαιουργίας PZ Cussons, στην θέση του να ήρθε ο Παναγιώτης Κατσής από την Νιγηρία, και όντως, η Μινέρβα είναι ακόμη εδώ και μας παρακολουθεί πάνω από μια ετικέτα σε κάποιο ράφι ενός σούπερ μάρκετ.

Αλήθεια πόσες είναι οι ελληνικές φίρμες που μπορούν να αντέξουν πάνω από έναν αιώνα; Μην το ψάχνεται μετρημένες στα δάχτυλα. Και το εντυπωσιακό είναι ότι η συγκεκριμένη όχι μόνο επιβίωσε αλλά την τελευταία δεκαετία, ακόμη και στα χρόνια της ύφεσης κατάφερε να αναπτυχθεί και να μεταμορφωθεί από μία ελαιουργία σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες τροφίμων της χώρας.


Ποια είναι η εντυπωσιακή της πορεία; Θα πρέπει να πάμε πίσω στις αρχές του 20ου αιώνα και με την βοήθεια του λευκώματος που επιμελήθηκαν οι ερευνητές του Ινστιτούτου Μελέτης της Τοπικής Ιστορίας & της Ιστορίας των Επιχειρήσεων να περιπλανηθούμε στον τότε μικρόκοσμο του εμπορίου στο κέντρο της Αθήνας. Το μόνο ίσως χαρακτηριστικό του είναι ο ήχος του τσίγκου, καθώς τα βαρέλια και οι τενεκέδες άλλαζαν συνέχεια χέρια μέσα στα Λαδάδικα της Ομόνοιας. Το 1904 η εταιρεία Γιαννάκου – Καρακώστα, δύο βιοπαλαιστών που δραστηριοποιούνταν ήδη από το 1877 στο εμπόριο «εδώδιμων και αποικιακών», ξεκινά και το εμπόριο ελαιόλαδου σε τενεκέδες κάτω από δύο ονομασίες της θεάς Αθηνάς: Μινέρβα και Ρεγγίνα.

Η επόμενη γενιά το 1930 θα φέρει την καινοτομία, την πρώτη γυάλινη φιάλη ελαιολάδου στην Ελλάδα. Ήταν η εποχή που ξεκινούσε η πρώτη αστικοποίηση και που η μητέρα πατρίδα είχε υποδεχθεί τους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Τρία χρόνια αργότερα θα έρθει η πρώτη διαφήμιση : «Είνε το καλλίτερον όλων, διότι παράγεται από εκλεκτές εληές. Προσέξατε τας απομιμήσεις και ζητείτε επιμόνως την μάρκα ΜΙΝΕΡΒΑ. Όσον και αν απομιμούνται δεν μας φθάνουν». Το '37 οι δρόμοι των δύο συνεταίρων θα χωρίσουν ο Γιαννάκος θα πάρει την Μινέρβα και ο Καρακώστας την Ρεγγίνα. Η Μινέρβα αν και βρίσκεται σε ανοδική πορεία θα έρθει αντιμέτωπη με την γερμανική κατοχή και στην συνέχεια με τον εμφύλιο, θα υπολειτουργήσει, θα κλείσει και θα βρει ξανά τα πατήματα της μετά το 1945 και από το 1949 θα ξεκινήσει και τις εξαγωγές.


Η στροφή της δεκαετίας έχει κάτι από ελληνική ταινία. Ο Άγγελος Σαχπάλογλου, ιδιοκτήτης της εταρείας ΤΥΠΕΛ και ανταγωνιστής της Μινέρβα, ερωτεύεται την κόρη του Ευάγγελου Γιαννάκου Ελένη και το 1951 την νυμφεύεται. Σε γάμου κοινωνία θα έρθουν και οι εταιρείες τους. Το 1957 θα έρθει το εργοστάσιο στο Μοσχάτο, οι αντιπρόσωποι ανά την Ελλάδα και εξαγωγές και στις πέντε ηπείρους. Μάλιστα η Μινέρβα θα πρωτοπορήσει για άλλη μία φορά καθώς έγινε η πρώτη από όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις που ανέπτυξε εμπορικές σχέσεις με χώρες πέρα από το «σιδηρούν παραπέτασμα».

Τις επόμενες δεκαετίες με την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών του Έλληνα θα έρθει το αραβοσιτέλαιο και το μαγειρικό λίπος «Μινερβίνη». Το 1977 ήταν η χρονιά σταθμός καθώς εξαγοράστηκε από την πολυεθνική PZ, κίνηση στην οποία πιθανόν οφείλει και την σημερινή ύπαρξη της η Μινέρβα. Η PZ δεν είναι μία οποιαδήποτε πολυεθνική, έχει ελληνικές ρίζες που ξεκινούν από το 1870 από την Βαμβακού της Λακωνίας. Το χωριό που άφησε πίσω του εκείνη τη χρονιά ο Γιώργος Ζοχώνης για να αναζητήσει την τύχη του στην Δυτική Αφρική. Εκεί συνεταιρίστηκε με τον George Paterson και οι «the two Georges» όπως έγιναν γνωστοί στην Σιέρα Λεόνε μεγαλούργησαν στο εμπόριο δημιουργώντας την Paterson-Zohonis από όπου και τα αρχικά της PZ. Για να κάνουμε την μεγάλη ιστορία μικρή ( σ.σ. η μεγάλη είναι εδώ) η εταιρεία συνέχισε αποκλειστικά με τους απογόνους του Ζοχώνη και με έδρα το Λονδίνο έγινε μία από τις μεγαλύτερες βρετανικές εταιρείες με σήματα όπως τα αντηλιακά St Tropez και τα σαπούνια Imperial Leathers.


H επένδυση στην Ελλάδα ήταν κάτι σαν «τάμα» και η Μινέρβα ήταν η τυχερή της υπόθεσης καθώς η αλλοπρόσαλλη δεκαετία του '80 (σ.σ. αύξηση εργατικών, πρώτων υλών, υλών συσκευασίας, κυβερνητικές παρεμβάσεις) ήταν ο λόγος που εξαφανίστηκαν αρκετές ελαιουργίες από τον χάρτη με αποτέλεσμα να απομείνουν ουσιαστικά η Ελαΐς (θυγατρική της Unilever) και η Μινέρβα.

Για την PZ η Μινέρβα μπορεί να ήταν η πρώτη εξαγορά που έκανε στον κλάδο των τροφίμων παγκοσμίως δεν φάνηκε όμως φειδωλή στο νέο της βήμα. Η παραγωγή από τους 5.000 τόνους το 1977 εκτοξεύθηκε στους 28.000 το 1993, χρονιά που αποφασίστηκε ότι το Μοσχάτο δεν τους χωρούσε πλέον και για αυτό έβαλαν πλώρη για νέο εργοστάσιο στο Σχηματάρι, μία στρατηγική επένδυση 35 εκατ. ευρώ για την πολυεθνική.


Η τελευταία δεκαετία ήταν αυτή που απογείωσε την Μινέρβα. Πλέον είχε ενισχυθεί το σήμα «Χωριό» κατάλληλο για να ανοίξει τις πόρτες και σε άλλα προϊόντα που θα έρχονταν να προστεθούν. Θα εξαγοραστούν το σήμα «Μάνα» το 2005, το 2007 το βούτυρο «Σαβόι» ενώ πρώτη μεγάλη κίνηση θα γίνει το 2008 όταν θα εξαγοράσει από την ΦΑΓΕ την τυροκομική μονάδα φέτας στα Γιάννενα όπου σήμερα παράγονται τα τυροκομικά προϊόντα «Χωριό». Ενώ η ύφεση είχε ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα η εταιρεία πήγε κόντρα και συνέχισε επενδύσεις και εξαγορές. Δύο εκατομμύρια ευρώ για νέα μονάδα παραγωγής βουτύρου στο Σχηματάρι, το 2009, εξαγορά της “Burrino” και σταθμός συγκέντρωσης γάλακτος στην Ανδραβίδα αξίας 1,5 εκατ. ευρώ για να εισέλθει η εταιρεία στην γραβιέρα. Στα τέλη του 2014 θα γίνει η δεύτερη μεγάλη εξαγορά, το ξύδι Τοπ θα προστεθεί στο χαρτοφυλάκιο της Μινέρβα.

Τι έχει η επόμενη ημέρα; Συγκρατημένη αισιοδοξία. «Όταν από την μητρική έχουμε μάθει να είμαστε πρώτοι στην Αφρική που δεν υπάρχει πιο ευμετάβλητο περιβάλλον πιστεύουμε ότι θα επιβιώσουμε και εδώ» αναφέρουν τα στελέχη της. Και ποια είναι η διέξοδος από την ελληνική κρίση; οι εξαγωγές. Πλέον έχουν φτάσει το 10% των πωλήσεων και ανεβαίνουν χρόνο με τον χρόνο κατά 15%.


Κωστής Χριστοδούλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου